Ο Αρμάνι και η... Αρμάνι

Λένε πως η φετινή Αρμάνι Μιλάνο αποτελεί πιστό αντίγραφο της Σιένα. Αν αποκρυπτογραφήσει κανείς την αγωνιστική φιλοσοφία της και ρίξει μια ματιά στα βασικά στελέχη, το πιθανότερο είναι να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα. Επί της ουσίας όμως, η σημερινή αντίπαλος του Παναθηναϊκού προσπαθεί να «κρατήσει» τον Τζόρτζιο Αρμάνι στην ηγεσία της.
Από το 2004, όταν ανέλαβε την ιστορική Μιλάνο, ο Αρμάνι έχει επενδύσει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, αλλά δεν έχει πανηγυρίσει ούτε έναν τίτλο! Για να ακριβολογούμε, για να βγει κανείς τον τελευταίο τίτλο της Αρμάνι, θα πρέπει να γυρίσει πίσω τη μηχανή του χρόνου περί των 18 χρόνων! Στο μακρινό 1996, όταν έκανε το νταμπλ. Τρεβίζο, Βαρέζε, Μπολόνια και Σιένα κυριάρχησαν τα χρόνια που ακολούθησα, η τελευταία μετρά εξάλλου επτά συνεχόμενα χρόνια απόλυτης κυριαρχίας.
Ο Αρμάνι μετέτρεψε την ομάδα του Μιλάνου σε μια πολυεθνική εταιρία με σταθερά έσοδα κι ένα τεράστιο δίκτυο συνεργατών. Τούτη τη στιγμή, η Αρμάνι Μιλάνο διαθέτει περισσότερους από 120 συνεργάτες, γεγονός που την βοηθά στην επένδυση πολλών εκατομμυρίων στο αγωνιστικό τμήμα. Κάθε χρόνο, ωστόσο, κρίνεται αναγκαία και η οικονομική θυσία του φυσικού ιδιοκτήτη της ομάδας. Κι επειδή δεν υπήρξε ανταποδοτικότητα, πριν από δύο χρόνια, ο Αρμάνι είχε εκφράσει την πρόθεση αποχώρησης από την ομάδα. Τότε είχε γίνει γνωστή και η αποχώρηση μιας άλλης εταιρίας ενδυμάτων από τον χώρο του ιταλικού μπάσκετ, της Μπενετόν. Τελικώς, πείστηκε να παραμείνει. Εξάλλου, το Μιλάνο είναι η πόλη του αυτοδημιούργητου και ίσως πιο πετυχημένου μόδιστρου παγκοσμίως που πλέον ασχολείται και με ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, ενώ επέκτεινε τις δραστηριότητες της φημισμένης εταιρίας του. Το στοιχείο που είχε εξοργίσει τον Αρμάνι δεν ήταν τόσο τα πολλά εκατομμύρια που έχει επενδύσει, όσο η επιτυχία που παρουσίασαν άλλες ομάδες – με πολύ λιγότερα οικονομικά εφόδια – σε σχέση με τη δική του. Γι’ αυτόν τον λόγο, πριν από περίπου 10 μήνες, είχε επιβάλλει στάση πληρωμών, έπειτα από μια ντροπιαστική ήττα της ομάδας του στο Μιλάνο. Ως άνθρωπος που ξεκίνησε από το μηδέν (στις αρχές της δεκαετίας του ‘70) κι έφτασε να δημιουργήσει μια μυθική περιουσία (σ. σ. υπολογίζεται ότι η περιουσία του αγγίζει τα 7 δισεκατομμύρια δολάρια!), δεν δέχεται εύκολα τη λέξη «αποτυχία». Η Ευρωλίγκα φρόντισε για την «χορήγηση» επιπλέον κινήτρου, αποφασίζοντας την διεξαγωγή του φετινού final four στο Μιλάνο. Έπειτα από τη συγκεκριμένη απόφαση, ο Αρμάνι αποφάσισε να ενισχύσει την επένδυσή του και σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η προσθήκη του Χάκετ.
Η νέα Σιένα και ο Χάκετ
Το βασικό πλεονέκτημα της Αρμάνι Μιλάνο στην προσέγγιση του Ντάνιελ Χάκετ ήταν το συμβόλαιο Α με την Ευρωλίγκα. Λόγω αυτής της… λεπτομέρειας, ο Αμερικανός (με ιταλικό διαβατήριο) δεν έγινε κάτοικος Κωνσταντινούπολης, αλλά Μιλάνου. Για την ακρίβεια, η Σιένα είχε συμφωνήσει με τη Γαλατάσαραϊ – τα ιταλικά ΜΜΕ έγραψαν για ένα ποσό μεγαλύτερου του ενός εκατομμυρίου ευρώ – αλλά ο Χάκετ αρνήθηκε να δώσει τη συγκατάθεσή του, διότι η «Γαλατά» δεν έχει εξασφαλισμένη θέση στην Ευρωλίγκα. Λογικά, έπαιξε ρόλο και η… παροικία της Σιένα που πλέον είναι εγκατεστημένη στο Μιλάνο. Αναφερόμαστε στον προπονητή Λούκα Μπάνκι που επί σειρά ετών εργάστηκε στη Σιένα, στον Ντέιβιντ Μος που υπήρξε συμπαίκτης του Χάκετ, όπως και στον Κριστιάν Κανγκούρ.
Η παρουσία στο φετινό final four της Ευρωλίγκα αποτελεί τον κρυφό στόχο όλων στο Μιλάνο. Ο Αρμάνι έχει ποντάρει πολλά σε αυτόν. Η κατάκτηση του πρωταθλήματος στοιχειοθετεί τον αυτονόητο στόχο. Έχει καλλιεργηθεί η αισιοδοξία ότι η περίοδος ανομβρίας σύντομα θα λάβει τέλος, όπως φυσικά και η αντίστοιχη της πρωτοκαθεδρίας της Σιένα. «Παίρνοντας» εξάλλου ότι καλύτερο διέθετε η μόνιμη πρωταθλήτρια Ιταλίας, αλλάζουν και τα δεδομένα.
Στα «θετικά» της φετινής σεζόν εντάσσεται και η εντυπωσιακή αύξηση των εισιτηρίων διαρκείας. Σύμφωνα με σχετικό αφιέρωμα της Gazzetta Dello Sport, η αύξηση αγγίζει το 33%. Κι αν βοηθούσε περισσότερο η ομάδα, τα πράγματα θα εξελίσσονταν καλύτερα και στα μεμονωμένα εισιτήρια. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή η Αρμάνι βρίσκεται στην 6η θέση του ιταλικού πρωταθλήματος πίσω από τις Σιένα, Μπρίντιζι, Σάσαρι, Καντού και Ρόμα, ενώ στη κανονική διάρκεια της Ευρωλίγκα περιορίστηκε στις πέντε νίκες.
