Skip to main content

Οι μάστορες του μπάσκετ

alvbartz

«Αχ, οι Έλληνες… Τι θα ήταν το ευρωπαϊκό μπάσκετ χωρίς τους Έλληνες», έγραψε στο twitter αμέσως μετά το τέλος των αγώνων της Τετάρτης ένας Ισπανός, ο δημοσιογράφος Πάμπλο Θενίθο.

Ούτε κι αυτός περίμενε ότι ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός θα δυσκόλευαν τόσο πολύ Ρεάλ και ΤΣΣΚΑ αντίστοιχα παίζοντας με μειονέκτημα έδρας. Και δεν μπορούσε παρά να εκφράσει το θαυμασμό του όταν συνειδητοποίησε ένα πράγμα: ότι η αντοχή των «αιωνίων» κόντρα στα προγνωστικά οφείλεται σε ένα συνδυασμό ποιότητας, οξυδέρκειας και αντίληψης για το μπάσκετ μοναδικό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Οι Έλληνες είναι πραγματικοί μάστορες του μπάσκετ! Κι αυτό τους κάνει ξεχωριστούς.

Το γράφω αυτό μετά πλήρους λόγου γνώσεως και χωρίς καμία διάθεση σοβινισμού-μακριά από μένα τέτοιες ακρότητες. Προκύπτει όμως από τα πεπραγμένα των τεσσάρων αγώνων καθεμιάς εκ των δύο σειρών, όπου μετέχουν ελληνικές ομάδες. Και δεν έχει σχέση με το βάρος της φανέλας. Βάρος, και μάλιστα ασήκωτο, έχουν οι φανέλες και της Ρεάλ και της ΤΣΣΚΑ. Μιλάμε για συλλόγους-θρύλους του ευρωπαϊκού αθλητισμού, όχι μόνο του μπάσκετ. Ούτε με την ατομική ποιότητα των παικτών. Τέτοια έχουν μπόλικη και η Ρεάλ και η ΤΣΣΚΑ, σε ποσότητα μάλιστα μεγαλύτερη των δύο ελληνικών ομάδων. Ούτε φυσικά με τον ενθουσιασμό των φιλάθλων στην εξέδρα. Δυνατές έδρες έχουν και η Ρεάλ και η ΤΣΣΚΑ.

Αυτό που κάνει Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό να ξεχωρίζουν είναι ο τρόπος διαχείρισης των αγωνιστικών κρίσεων, που φανερώνει και τον τρόπο με τον οποίον αντιλαμβάνονται το μπάσκετ. Το ανακάτεμα της τράπουλας και η προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες συνθήκες μιας σειράς συνεχόμενων αγώνων απέναντι στον ίδιο αντίπαλο, για τα οποία κυρίως υπεύθυνοι είναι οι προπονητές.

Στη σειρά του Ολυμπιακού με τη Ρεάλ ο Γιώργος Μπαρτζώκας έχει πάρει την ταυτότητα του Πάμπλο Λάσο, διότι δεν δίστασε να ξεφύγει από το βασικό αγωνιστικό πλάνο του και να ρισκάρει. Μετά τα δύο πρώτα παιχνίδια στη Μαδρίτη, τα οποία ο Ολυμπιακός έχασε καθαρά (περισσότερο το πρώτο και λιγότερο το δεύτερο) ο Μπαρτζώκας αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα επιλέγοντας μια άμυνα με συνεχείς αλλαγές σε όλα τα σκριν προκειμένου να αναγκάσει τη Ρεάλ να βγει έξω από τα νερά της. Βεβαίως, δεν το έκανε στην τύχη. Δεν είπε απλώς «αλλάζουμε στα σκριν» και περίμενε. Το δούλεψε στις ελάχιστες προπονήσεις που είχε στη διάθεσή του. Και πήρε ρίσκο, διότι με μια τέτοια άμυνα δημιουργούνται ένα σωρό μις ματς κι αν τα διαβάσει ο αντίπαλος, τότε μπορεί να σε καταστρέψει. Ειδικά αν ο αντίπαλος είναι η Ρεάλ, που έχει ταλέντο και μεγαλύτερα κορμιά.

Όμως η Ρεάλ δεν διάβασε την άμυνα και επέμεινε να παίζει βασιζόμενη στο ένστικτο και την ατομική ποιότητα των παικτών της. Κι αν δεχθούμε ότι στο τρίτο παιχνίδι αιφνιδιάστηκε, για το τέταρτο παιχνίδι δεν έχει απολύτως καμία δικαιολογία. Είχε δει το έργο και όφειλε να προσαρμοστεί. Δεν το έκανε. Συνέχισε να τα περιμένει όλα από το ένστικτο των σταρ της, δεν σημάδεψε κανένα μις ματς, δεν είχε σωστές αποστάσεις κι ο Ολυμπιακός την κέρδισε ακόμα πιο εύκολα απ’ ό,τι τη Δευτέρα του Πάσχα. Ο Λάσο, είτε επειδή δεν έχει ανεπτυγμένη μπασκετική αντίληψη είτε επειδή δεν μπορεί να πείσει τους παίκτες του, επέμεινε να παίζει το ίδιο μπάσκετ που παίζει από την αρχή της χρονιά και πιάστηκε κορόιδο από τον Μπαρτζώκα. Κι ο Ολυμπιακός έφερε τούμπα τη σειρά κάνοντας την υπέρβαση στην άμυνα. Μόνο έτσι θα μπορούσε άλλωστε…

Στη σειρά του Παναθηναϊκού με την ΤΣΣΚΑ ο Φραγκίσκος Αλβέρτης (και μαζί του οι συνεργάτες του, Πρίφτης και Μανωλόπουλος, που έχουν περισσότερες προπονητικές παραστάσεις από αυτόν και η βοήθειά τους είναι ασφαλώς καθοριστική) είδε ότι η αντίπαλος διέθετε μεγαλύτερα κορμιά, αλλά μικρότερη ικανότητα στη δημιουργία εξαιτίας της απουσίας γκαρντ, ειδικά τώρα που λείπει κι ο Τεόντοσιτς (άλλο κι αυτό, ολόκληρος Μεσίνα έφτιαξε ομάδα με… δυόμισι γκαρντ, παρότι είχε απεριόριστο μπάτζετ στη διάθεσή του), και αποφάσισε να πάει στη δύναμη. Και για να έχει η ομάδα την απαιτούμενη φρεσκάδα, μεγάλωσε το rotation. Ο Παναθηναϊκός παίζει πλέον με 11 παίκτες, καθώς έχουν ρόλο και οι Μαυροκεφαλίδης, Μπατίστ, που ήταν ξεχασμένοι από τον Πεδουλάκη, κι έτσι τα πόδια όλων είναι πιο φρέσκα ώστε να ανταποκριθούν στις δυνατές άμυνες. Με αυτό τον τρόπο οι «πράσινοι» έχουν φέρει τη σειρά από την αρχή στα μέτρα τους κι αν δεν «αυτοκτονούσαν» στον πρώτο αγώνα, τώρα θα είχαν ήδη τσεκάρει τα εισιτήρια για το Μιλάνο.

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που οι δύο σειρές έφτασαν σε πέμπτο παιχνίδι, παρότι λίγοι πίστευαν κάτι τέτοιο στην αρχή. Ούτε… υπερφυσικό. Έχει εξήγηση. Είναι η ίδια εξήγηση με αυτή που έχουν οι τρεις συνεχόμενες και πέντε συνολικά κούπες που έχουν κατακτήσει Παναθηναϊκός και Ολυμπιακός την τελευταία επταετία, διάστημα κατά το οποίο έχουν απουσιάσει αμφότεροι μόνο μία φορά από το φάιναλ φορ. Οι ελληνικές ομάδες δουλεύουν πάρα πολύ στο κομμάτι του μπάσκετ κι αυτό εν τέλει είναι που κάνει τη διαφορά. Αυτό είναι που τις κρατά στην κορυφή.

Με Σέρβους προπονητές αρχικά (Ομπράντοβιτς, Ίβκοβιτς), που είναι επίσης μάστορες του μπάσκετ διαχρονικά, και στη συνέχεια με Έλληνες (Γιαννάκης, Μπαρτζώκας, Πεδουλάκης και τώρα ο Αλβέρτης με το επιτελείο του), που αποδεικνύουν ότι εκτός από πολύ υψηλό επίπεδο κατάρτισης, διαθέτουν μεγάλη οξυδέρκεια και κοφτερό μπασκετικό μυαλό.

Στοιχεία που με τα χρόνια έχουν περάσει και σε παίκτες όπως ο Διαμαντίδης, ο Σπανούλης, ο Φώτσης, ο Περπέρογλου κ.α., οι οποίοι συνδυάζουν πολλές φορές με μοναδικό τρόπο το ταλέντο και την εμπειρία τους με την πνευματική εγρήγορσή τους στη διάρκεια του αγώνα. Ο τρόπος που έπαιξε ο Διαμαντίδης στην τελευταία επίθεση του Παναθηναϊκού στον αγώνα της Τετάρτης, όταν πήγε με το έτσι θέλω και κέρδισε το φάουλ, που του επέτρεψε να σουτάρει βολές αντί ένα πιο παρακινδυνευμένο δίποντο ή τρίποντο, είναι μία μικρή μόνο απόδειξη.

Ανεξάρτητα από το τι θα γίνει στους αγώνες της Παρασκευής, ανεξάρτητα από το αν ο Παναθηναϊκός, ο Ολυμπιακός, οι δύο μαζί ή και κανένας εκ των δύο περάσει στο φάιναλ φορ, το μήνυμα έχει σταλεί. Το ελληνικό μπάσκετ δεν βρίσκεται απλώς στην κορυφή της Ευρώπης, αλλά έχει διαμορφώσει συγκεκριμένη ταυτότητα αναγνωρίσιμη από όλη την μπασκετική κοινότητα, έχει αφήσει ευδιάκριτο το αποτύπωμά του στην εξέλιξη του αθλήματος.

Ο Ισπανός Θενίθο δεν θα μπορούσε να το περιγράψει πιο εύγλωττα…